βεβαίωσις

βεβαί-ωσις, εως, ,
A confirmation,

β. γνώμης Th.1.140

, cf. 4.87, Demetr. Lac.Herc.1012.38F., Ph.1.486, al., D.H.Rh.10.18, Hermog.Prog. 5; εἰς β. in perpetuity,

ἡ γῆ οὐ πραθήσεται εἰς β. LXX Le.25.23

.
2 legal warranty, Aeschin.3.249 (pl.), PTeb.311.27 (ii A. D.), etc.;

βεβαιώσεως δίκη Poll.8.34

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βεβαίωσις — confirmation fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβαιώσει — βεβαίωσις confirmation fem nom/voc/acc dual (attic epic) βεβαιώσεϊ , βεβαίωσις confirmation fem dat sg (epic) βεβαίωσις confirmation fem dat sg (attic ionic) βεβαιόω confirm aor subj act 3rd sg (epic) βεβαιόω confirm fut ind mid 2nd sg βεβαιόω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβαιώσεις — βεβαίωσις confirmation fem nom/voc pl (attic epic) βεβαίωσις confirmation fem nom/acc pl (attic) βεβαιόω confirm aor subj act 2nd sg (epic) βεβαιόω confirm fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβαιώσηι — βεβαίωσις confirmation fem dat sg (epic) βεβαιώσῃ , βεβαιόω confirm aor subj mid 2nd sg βεβαιώσῃ , βεβαιόω confirm aor subj act 3rd sg βεβαιώσῃ , βεβαιόω confirm fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβαίωσιν — βεβαίωσις confirmation fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • извещение — @font face {font family: ChurchArial ; src: url( /fonts/ARIAL Church 02.ttf );} span {font size:17px;font weight:normal !important; font family: ChurchArial ,Arial,Serif;}  =  сущ. (греч. βεβαίωσις) утверждение, удостоверение;… …   Словарь церковнославянского языка

  • αβεβαίωσις — ἀβεβαίωσις ( εως), η (Μ) [βεβαίωσις] απιστία …   Dictionary of Greek

  • βεβαίωση — Η δήλωση ενός προσώπου ή μιας αρχής για την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας κατάστασης ή ενός γεγονότος. Ενδιαφέρει το δίκαιο από πολλές απόψεις και αναφέρεται πολύ συχνά στους νόμους, ως αναγκαία προϋπόθεση για τη δημιουργία ή τη μεταβολή μιας έννομης… …   Dictionary of Greek

  • ՀԱՍՏԱՏՈՒԹԻՒՆ — ( ) NBH 2 0056 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 7c, 14c գ. στάσις, βεβαίωσις, στήρυγμα , κραταίωσις, ὐπόστασις statio, confirmatio, firmitas, fulcimentum, subsistentia, substantia եւն. Հաստատ կամ հաստատունն գոլ. հաստատելն եւ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • βεβαιώσεως — βεβαιώσεω̆ς , βεβαίωσις confirmation fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβαιώσῃ — βεβαιώσηι , βεβαίωσις confirmation fem dat sg (epic) βεβαιόω confirm aor subj mid 2nd sg βεβαιόω confirm aor subj act 3rd sg βεβαιόω confirm fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.